Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

SHUT A FINAL DOOR ...


του Truman Capote



1.

"Γουόλτερ, άκουσέ με. αν όλοι σε αντιπαθούν, αν όλοι σε πολεμάνε μη νομίζεις πως το κάνουν χωρίς λόγο. Μόνος σου δημιουργείς αυτές τις καταστάσεις".

Ετσι είχε πεί η Αννα και, παρ όλο που η πιο υγιής πλευρά του του έλεγε πως δεν το είπε με κακό σκοπό, (αν δεν ήταν φίλη η Αννα, τότε ποιός ήταν;) τη μίσησε και άρχισε να λέει σε όλους πόσο πολύ αντιπαθούσε την Αννα, τι σκύλα που ήταν. Αυτή τη γυναίκα, έλεγε, μην την εμπιστεύεστε. Αυτά τα δήθεν ντόμπρα λόγια της δεν είναι παρά ένας τρόπος για να καλύψει την καταπιεσμένη εχθρότητα που κρύβει μέσα της. Τρομερή ψεύτρα επίσης, δεν μπορείς να πιστέψεις κουβέντα απ όσα λέει. Επικίνδυνη, Θεέ μου! Φυσικά ό,τι έλεγε έφτανε πίσω στ αυτιά της Αννας, οπότε όταν μια μέρα της τηλεφώνησε για να πάνε μαζί σε μια θεατρική πρεμιέρα, όπως είχαν κανονίσει, εκείνη του είπε: "Συγνώμη Γουόλτερ, αλλά δεν σε αντέχω άλλο. Σε καταλαβαίνω πολύ καλά κι έχω και μια δόση συμπάθειας για σένα. Είναι έμφυτη αυτή η μοχθηρία και δεν μπορεί κανείς να σε κατηγορήσει γι αυτό, αλλά δεν θέλω να σε ξαναδώ γιατί η ίδια δεν είμαι και πολύ καλά ώστε να μπορώ να σε αντέξω". Μα γιατί; Και τι είχε κάνει; Εντάξει σίγουρα την είχε κουτσομπολέψει, αλλά δεν τα ενοούσε όλα όσα έλεγε, και στο κάτω κάτω, όπως είχε πει στον Τζίμι Μπέργκμαν (αυτός κι αν ήταν διπρόσωπος), ποιος ο λόγος να έχεις φίλους αν δεν μπορείς να μιλήσεις γι αυτούς αντικειμενικά;

Είπε, είπες, είπανε, είπαμε, ξανά και ξανά, γυρω γύρω. Γύρω γύρω σαν τον ανεμιστήρα που γύριζε από πάνω. Γύριζε και γύριζε αναμοχλεύοντας χωρίς αποτέλεσμα τον τελματωμένο αέρα. Εκανε έναν θόρυβο σαν ξύλινο ρολόι που μετράει δευτερόλεπτα μέσα στη σιωπή. Ο Γουόλτερ κύλησε σε μια πιο δροσερή γωνιά του κρεβατιού κι έκλεισε τα μάτια για να μη βλέπει το μικρό, σκοτεινό δωμάτιο. Είχε φτάσει στη Νέα Ορλεάνη στις επτά το απόγευμα και στις επτάμιση είχε βρεί δωμάτιο σε αυτό το ξενοδοχείο, ένα ανώνυμο μέρος, σ' έναν απόκεντρο δρόμο. Ηταν Αυγουστος κι ήταν σαν νάκαιγαν φωτιές στον κόκκινο, νυχτερινό ουρανό, και το αφύσικο τοπίο του Νότου, που με τόση προσήλωση παρατηρούσε μέσα από το τραίνο, και το οποίο, προσπαθόντας να σβήσει όλα τ άλλα από το μυαλό του, ξανάφερε στη μνήμη του, έκανε πιο έντονη την αίσθηση πως είχε ταξιδέψει μέχρι το τέλος, μέχρι το χείλος του γκρεμού.

Αλλά πως είχε βρεθεί εδώ σ αυτό το ασφυκτικό ξενοδοχείο, σ αυτή τη μακρινή πόλη, δεν μπορούσε να πεί. Υπήρχε ένα παράθυρο στο δωμάτιο, αλλά δεν είχε καταφέρει να τ' ανοίξει και φοβόταν να φωνάξει την καμαριέρα (τι παράξενα μάτια που είχε) και φοβόταν να βγεί από το ξενοδοχείο γιατί τι θα γινόταν αν χανόταν; κι αν χανόταν, έστω και για λίγο, θα μπορούσε να χαθεί για πάντα. Πεινούσε, δεν είχε φάει από το πρωί, έτσι βρήκε μερικά αλμυρά μπισκότα που είχαν μείνει σ ένα κουτί που είχε αγοράσει στη Σαρατόγκα και τα κατέβασε μ ένα δάχτυλο ουίσκι Four Roses, το τελευταίο. Τον αρώστησε. Εκανε εμετό, ρίχτηκε πάλι στο κρεβάτι κι έκλαψε μέχρι που μούσκεψε το μαξιλάρι. Εμεινε ξαπλωμένος στο ζεστό δωμάτιο, τρέμοντας και παρακολουθούσε τον ανεμιστήρα που γύριζε αργά. δεν υπηρχε αρχή σ αυτή την κίνηση, ούτε τέλος. Ηταν ένας κύκλος.

η συνέχεια εδώ ...

3 σχόλια:

angeliki marinou είπε...

Πολύ καλή μετάφραση. Καλά έκανες και το ξαναανέβασες.

Διάβασα το 1ο κεφάλαιο. Κάθε μέρα κι ένα. (ας όψεται το ADD)

dgalanis είπε...

γιατί δεν το κάνεις save as να το διαβάζεις όποτε θες?

χαίρομαι που σου άρεσε η μετάφραση

angeliki marinou είπε...

Προτιμώ απ΄το μπλογκ. Είναι να χω κάτι να με περιμένει, έχει άλλη ομορφιά.

Στο word της δουλειάς προς το παρόν γράφω τα δικά μου. Ο σκληρός μου στο σπίτι τα φτυσε τελεσίδικα. Να δούμε πότε θα ανανήψει και αν...

Πω πω ντροπή μου (smile)