
Μια ζεστή Μαγιάτικη μέρα στη Ραβέννα, την μικρή ιταλική πόλη όπου βρίσκεται ο τάφος του Δάντη. Πριν πολλά χρόνια – ακριβώς στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. – ο αυτοκράτορας Ονόριος μετέφερε την πρωτεύουσα της Δυτικής Αυτοκρατορίας σε αυτή την πόλη. Εκείνα τα χρόνια υπήρχε ένα λιμάνι εδώ, αλλά έκτοτε η θάλασσα αποτραβήχτηκε και στη θέση της υπάρχουν σήμερα έλη, τριαντάφυλλα, σκόνη και αμπέλια. Η Ραβέννα είναι γνωστή για τα μωσαϊκά της, ορδές τουριστών μετακινούνται από τη μία εκκλησία στην άλλη, τεντώνοντας τον λαιμό τους για να ρίξουν μια ματιά στην αχνή λάμψη των μικρών πολύχρωμων ψηφίδων, ψηλά στους σκοτεινούς τρούλους. Μπορεί κανείς να διακρίνει μερικά πράγματα σε αυτούς τους τρούλους, αλλά όχι και πάρα πολλά. Οι γυαλιστερές καρτ ποστάλ, αν και τρομακτικά φωτεινές, επίπεδες και φτηνιάρικες σου επιτρέπουν να δεις πολύ περισσότερα.
Ασφυκτιώ και ζεσταίνομαι. Είμαι θλιμμένη. Ο πατέρας μου, που αγαπούσα τόσο πολύ, πέθανε! Κάποτε, πριν πολύ , πολύ καιρό, εδώ και σαράντα χρόνια σχεδόν είχε επισκεφθεί την Ραβέννα και μου έστειλε μια καρτ ποστάλ με ένα από τα περίφημα μωσαϊκά της. Στην πίσω πλευρά – με μολύβι για κάποιον λόγο, θα πρέπει να βιαζόταν – έγραψε, «Γλυκιά μου! Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάτι τόσο υπέροχο – δες από την άλλη πλευρά – σε ολόκληρη τη ζωή μου! Σε κάνει να θες να βάλεις τα κλάματα! Αχ και να’σουν εδώ! Ο πατέρας σου!»
Κάθε πρόταση τελειώνει με ένα παιδιάστικο θαυμαστικό – ήταν νέος, ήταν χαρούμενος, μπορεί και να΄χε πιει ένα ποτηράκι κρασί. Είναι σαν να τον βλέπω με το καπέλο του στραβά φορεμένο όπως το φόραγαν στα τέλη της δεκαετίας του 50, ένα τσιγάρο ανάμεσα στα λευκά του δόντια – που τότε ήταν ακόμα τα δικά του δόντια – σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του. Ψηλός, αδύνατος, όμορφος : τα μάτια του λάμπουν ευτυχισμένα πίσω από τον μεταλλικό σκελετό των γυαλιών του ... Η κάρτα – την οποία έριξε σε ένα ταχυδρομικό κουτί και με ελαφριά την καρδιά την εμπιστεύτηκε σε δύο ταχυδρομικές υπηρεσίες που δεν μπορούσε κανείς να τους έχει καμία εμπιστοσύνη, την Ιταλική και την Ρωσική – απεικονίζει τον Παράδεισο : ο Κύριος κάθεται μέσα σε έναν εκτυφλωτικά πράσινο παράδεισο αιώνιας δροσιάς, όπου τα πρόβατα βόσκουν ολούθε τριγύρω. Αυτές οι δύο αναξιόπιστες ταχυδρομικές υπηρεσίες είχαν τσακίσει τις γωνίες της κάρτας, αλλά δεν πείραζε – το μήνυμα είχε ληφθεί και μπορούσες να δεις τα πάντα.
Αν υπάρχει Παράδεισος τότε ο πατέρας μου είναι εκεί. Που αλλού θα μπορούσε να είναι; Το ζήτημα όμως είναι πως είναι νεκρός – είναι νεκρός και δεν μου στέλνει πια κάρτες με θαυμαστικά. Δεν μου στέλνει πια μηνύματα από την άκρη του κόσμου : Είμαι εδώ, σ αγαπώ. Εσύ μ αγαπάς; Μοιράζεσαι την απόλαυση και τη χαρά μου; Βλέπεις την ομορφιά που αντικρίζω; Χαιρετίσματα! Είπα να σου στείλω μια κάρτα! Αυτή είναι μια φτηνή, γυαλιστερή φωτογραφία – ήμουν εδώ! Είναι υπέροχα! Αχ και να ήσουν κι εσύ εδώ!

(συνέχεια)